in ,

Κώστας Κρομμύδας: Μας συστήνει τον ήρωα του νέου του βιβλίου που θα κυκλοφορήσει σύντομα

κωστας κρομμυδας βιβλιο, κωστας κρομμυδας
Κώστας Κρομμύδας: Μας συστήνει τον ήρωα του νέου του βιβλίου που θα κυκλοφορήσει σύντομα

Ο Κώστας Κρομμύδας είναι ένας από τους πιο αγαπημένους ηθοποιούς, αλλά και ένας πολύ επιτυχημένος συγγραφέας με τα μυθιστορήματά του να έχουν μεγάλη αποδοχή από το αναγνωστικό κοινό.

Στις αρχές Μαΐου αναμένεται να κυκλοφορήσει το νέο του βιβλίο, με τίτλο “Ακάκιε”. Με μια ανάρτησή του στο Instagram θέλησε να μας γνωρίσει τον ήρωα του βιβλίου του,τον Λευτέρη Μαντζίκα, που είναι υπαρκτό πρόσωπο και στη ζωή του στηρίζεται και το νέο του εγχείρημα.

“Σαν σήμερα πριν από 13 χρόνια φεύγει από τη ζωή ο ήρωας του νέου μου βιβλίου, Λευτέρης Μαντζίκας, έχοντας ζήσει μια ζωή γεμάτη από δυσκολίες και ανατροπές. Ο «Ακάκιος» αποτέλεσε για εμένα μεγάλη πηγή έμπνευσης. Στα αυτιά μου ακόμη ηχούν οι συγκλονιστικές αφηγήσεις του, οι οποίες είναι και η βασική αιτία συγγραφής ενός βιβλίου για τη ζωή του”, έγραψε στον προσωπικό του λογαριασμό στο Instagram.

Ποιος ήταν ο Ελευθέριος Μαντζίκας

Ο Λευτέρης Μαντζίκας γεννήθηκε το 1917 στην Λιγοψά των Ιωαννίνων. Ήταν το πρώτο παιδί της οικογένειας του Χρήστου και της Βασιλικής Μαντζίκα, το γένος Πατραμάνη. Είχε ακόμα μία αδερφή την Αναστασία. Ο πατέρας του μέχρι τότε εργαζόταν ως αρτεργάτης στην Αίγυπτο. Το 1919 σε ηλικία 2 ετών έχασε την μητέρα του, Βασιλική 21 ετών, η οποία απεβίωσε έχοντας νοσήσει από την Ισπανική Γρίπη. Πέρασε πολύ δύσκολα παιδικά χρόνια στην Λιγοψά όπου μεγάλωσε κυρίως με τις γιαγιάδες του, αφού ο πατέρας του έλειπε το μεγαλύτερο διάστημα για δουλειά. Ο πατέρας του παντρεύτηκε ξανά λίγα χρόνια μετά, την Παρασκευή Κυρίου, με την οποία απέκτησε τρία παιδιά, την Ευανθία την Σταυρούλα και τον Χαρίλαο. Το 1928, μόλις ο Λευτέρης τελείωσε την Ε’ τάξη του δημοτικού σχολείου, ταξίδεψε με τον πατέρα του στην Αθήνα, όπου εγγράφηκε στην ΣΤ’ τάξη και συνέχισε το σχολείο, ενώ ο Χρήστος Μαντζίκας ενοικίασε μαζί με τον Ιωάννη Ντίσκο με καταγωγή επίσης από την Λιγοψά, έναν φούρνο.

Τον Ιούλιο του 1931 ο πατέρας του Λευτέρη αποφάσισε να επιστρέψει στον τόπο του, αφήνοντας την δουλειά που είχε στην Αθήνα και εγκαταστάθηκε στα Γιάννενα χωρίς τον Λευτέρη, για να εργαστεί επίσης ως αρτεργάτης, κάνοντας παράλληλα και εποχικές αγροτικές εργασίες. Ο Λευτέρης έμεινε με τον θείο του Δημήτριο Πατραμάνη, αδερφό της μητέρας του, για να ολοκληρώσει την Β’ τάξη του γυμνασίου. Από τον Σεπτέμβριο του 1931, έχοντας επιστρέψει πια και αυτός στα Γιάννενα και μαθητής της Ζωσιμαίας Σχολής Ιωαννίνων, έμενε στον φούρνο όπου εργαζόταν ο πατέρας του. Τότε αρρώστησε από ελονοσία. Ο Βασίλης Μαντζίκας, αδερφός του πατέρα του, προσκάλεσε τον Λευτέρη στην Αθήνα για να αναρρώσει από την ελονοσία και να συνεχίσει το σχολείο. Εκεί έμενε στον φούρνο όπου δούλευε ο θείος του και σιτιζόταν με βιβλιάριο από τοπική ταβέρνα. Ο Λευτέρης, που δεν ήθελε να στηρίζεται πια οικονομικά από κανέναν, ζήτησε δουλειά στο παντοπωλείο των Αδερφών Κίκιζα, όπου προσλήφθηκε ως βοηθός του λογιστή Χρήστου Λαμπαδαράκη. Με κόπο και πολλές στερήσεις, παράλληλα με την δουλειά τα βράδια διάβαζε κι έτσι αποφοίτησε του νυχτερινού εξατάξιου γυμνασίου και συνέχισε τις σπουδές του στην επίσης νυχτερινή τριετή Εμπορική Ιδιωτική Σχολή «Φοίνιξ».

Τον Οκτώβριο του 1938 υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία ως ναύτης στον Πόρο και στην συνέχεια στον στρατό ξηράς με τοποθέτησή του στην Μυτιλήνη. Μετά ήρθε ο πόλεμος. Τον Ιανουάριο του 1941 βρέθηκε κληρωτός στη πρώτη γραμμή στην Κλεισούρα όπου υπηρέτησε την πατρίδα του μέχρι τον Απρίλιο του 1941.

Όταν το μέτωπο κατέρρευσε γύρισε με ελαφρά κρυοπαγήματα στην Λιγοψά και στην συνέχεια εγκαταστάθηκε στην Αθήνα όπου αρραβωνιάστηκε την Μαρίνα Ντίσκου, κόρη του αρτοποιού Ιωάννη Ντίσκου την οποία για πρώτη φορά γνώρισε στο καράβι «Ο Γλάρος» που εκτελούσε το δρομολόγιο Πειραιάς-Πρέβεζα. Ο γάμος τους ήρθε λίγους μήνες μετά, στις 30 Σεπτεμβρίου του 1941. Εργαζόταν και οι δύο στον οικογενειακό φούρνο ο οποίος έπειτα από μεγάλες δυσκολίες κατάφερε να επιβιώσει από τις καταστροφές του πολέμου και η λειτουργία του συνεχίστηκε μέχρι το 2014 στο Κολωνάκι με την επωνυμία «Κομπλέ». Η καθημερινή του επαφή με τους εμπόρους σιτηρών και αλεύρων σε συνδυασμό με το διορατικό του πνεύμα και τις γνώσεις του από τις σπουδές του στην εμπορική σχολή, τον ώθησαν σε μια απόφαση που άλλαξε για πάντα την ζωή του, αλλά και την ιστορία της ελληνικής και παγκόσμιας βιομηχανίας ζυμαρικών.

Έτσι, με την αποχώρηση των γερμανικών στρατευμάτων από την Αθήνα, ξεκίνησε η επιχειρηματική δράση του Λευτέρη. Τον Μάρτιο του 1945 μαζί με τον φίλο του Εμμανουήλ Παπαναστασίου, πρόσφυγα από την Μικρά Ασία ο οποίος είχε εργαστεί τα παιδικά του χρόνια σε διάφορες βιοτεχνίες ζυμαρικών, και με την κατάθεση μικρών κεφαλαίων, ίδρυσαν στην Αθήνα την βιοτεχνία ζυμαρικών «Ρεκόρ». Τον Οκτώβριο του 1953 προχώρησαν στην συνένωση της βιοτεχνίας «Ρεκόρ» με τη βιοτεχνία «Θρίαμβος» της οικογένειας Θεοδωράκη με έδρα την Αθήνα και της εταιρίας «Α.Ε. Παπαχρυσάνθου και Καμπέρου» με έδρα την Πάτρα. Στην πορεία, δαπανώντας το ποσό των 10.000 δραχμών, εξαγόρασαν την επωνυμία της εταιρίας MISKO (ΜΙΣΚΟ όπως ήταν η αρχική επωνυμία) με έδρα την Αθήνα, η οποία είχε ήδη χρεωκοπήσει την περίοδο του πολέμου. Η ιστορία της MISKO είχε ξεκινήσει ως εργαστήρι παρασκευής ζυμαρικών το 1927 στον Πειραιά από τις οικογένειες του Φώτη Μιχαηλίδη, βιοτέχνη ζυμαρικών με καταγωγή από την Μικρά Ασία και του Μίνωα Κωνσταντίνη, Έλληνα από τα Χανιά με εβραϊκή καταγωγή. Μάλιστα, λέγεται ότι η εταιρία πήρε το όνομά της από τα αρχικά των επωνύμων των δύο ιδρυτών της, Μιχαηλίδης – Κωνσταντίνης.

Έτσι δημιουργήθηκε το 1953 στην Πάτρα η πρώτη εταιρία ζυμαρικών με καθαρά ευρωπαϊκά πρότυπα και η άνοδος για την MISKO δεν άργησε να έρθει.

Τα μέσα της δεκαετίας του ’50 αποτέλεσαν εποχή ορόσημο για την εταιρία. Σύμφωνα με αναφορά που υπάρχει στο βιβλίο του Β. Κραψίτη «Ο Λευτέρης Μαντζίκας – Μέγας Ηπειρώτης Ευεργέτης», ένα ταξίδι του Λευτέρη στην περιοχή των Μετεώρων έγινε η αφορμή της δημιουργίας της πασίγνωστης διαφήμισης με έναν καλόγερο που ξεκινούσε για τα ψώνια της μονής με το γαϊδουράκι του, και στο βάθος ένας άλλος ηγούμενος τού υπενθύμιζε την μάρκα των μακαρονιών. Στην λεζάντα της υπήρχε μια φράση που έγινε μία από τις πιο χαρακτηριστικές διαφημίσεις όλων των εποχών, «Ακάκιε, μην ξεχάσεις τα μακαρόνια να είναι ΜΙΣΚΟ», και ο Ακάκιος εξακολουθεί μέχρι και σήμερα να κοσμεί όλες τις συσκευασίες των ζυμαρικών της εταιρίας.

Η διαφήμιση εκτόξευσε τις πωλήσεις τής βιοτεχνίας. Η MISKO υπήρξε η πρώτη ελληνική βιομηχανία ζυμαρικών που συσκεύασε τα μακαρόνια, καταργώντας την χύμα διάθεση και βάζοντας τέλος στην νοθεία. Τα πρώτα πακέτα ήταν γεγονός. Κυλινδρικά, του ενός κιλού, ιδανικά για το κυριακάτικο τραπέζι μιας οικογένειας. Έπειτα από εισήγηση του Λευτέρη ως προέδρου του Συνδέσμου Ελλήνων Βιομηχάνων Σ.Ε.Β., εκδόθηκαν ειδικές αγορανομικές διατάξεις που κατέστησαν επώνυμα τα ζυμαρικά και διασφαλίστηκαν άμεσα τα συμφέροντα των αγοραστών. Οι καινοτομίες διαδέχθηκαν η μία την άλλη και η MISKO κατέκτησε την πρώτη θέση στην αγορά ζυμαρικών. Στις αρχές της δεκαετίας του 1960 παρασκεύασε πρώτη νέα προϊόντα, όπως κριθαράκι, σπαγγετίνι με αυγό, χυλοπίτες Μετσοβίτικες και ταλιατέλες με ντομάτα. Η παρασκευή των ζυμαρικών της γινόταν από  100% σιμιγδάλι από υψηλής ποιότητας ελληνικό σκληρό σιτάρι, στηρίζοντας έτσι δεκάδες Έλληνες παραγωγούς. Η επιλογή των καλύτερων πρώτων υλών, αποτελούσε την σημαντικότερη από τις προδιαγραφές της βιοτεχνίας. Όλα πλέον παραγόταν αυτόματα και με συνθήκες που διασφάλιζαν την υγιεινή και την ασφάλεια του Έλληνα καταναλωτή, αφού το εργοστάσιο στην Πάτρα ήταν το πρώτο εργοστάσιο αυτοματοποιημένης παραγωγής ζυμαρικών στην Ελλάδα.

Σύμφωνα με τον Σ.Ε.Β., το 1978 η ΜΙΣΚΟ ήταν η 36η μεγαλύτερη βιομηχανία της Ελλάδας, αλλά και μία από τις μεγαλύτερες βιομηχανίες ζυμαρικών στην Ευρώπη. Το πρότυπο εργοστάσιο στην Πάτρα ήταν από τα πιο σύγχρονα στα Βαλκάνια αλλά και ευρύτερα της Ευρώπης. Η παραγωγή της κάλυπτε το 37% της ελληνικής κατανάλωσης, πραγματοποιώντας ταυτόχρονα και εξαγωγές. Οι διακρίσεις δεν άργησαν να έρθουν. Το 1979, της απονεμήθηκε το βραβείο «Χρυσός Ερμής», για τις εξαγωγικές της δραστηριότητες στην Μέση Ανατολή, την Ασία, και την Αφρική, μία μόνο διάκριση από τις συνολικά 56 που απέσπασε στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα. Η έδρα της ήταν στην Αθήνα, ενώ το κεντρικό της εργοστάσιο στην Πάτρα. Διατηρούσε επίσης υποκαταστήματα στην Θεσσαλονίκη, στα Ιωάννινα, στην Λάρισα, στην Πάτρα και στο Ηράκλειο.

Το 1992 η ιταλική Barilla SpA εξαγόρασε την MISKO, διατηρώντας ωστόσο τον ΛΜ σαν επίτιμο πρόεδρο της βιομηχανίας μέχρι τον θάνατό του. Λίγο καιρό μετά, ο Λ.Μ. ίδρυσε την «ΘΕΟΜΑΡ», μια εταιρία επεξεργασίας μαρμάρων, δίνοντας έτσι συνέχεια στην αξιοσημείωτη επιχειρηματική του δραστηριότητα.

Written by Jim Taylor

τραγουδιστης χαρτοπαικτικη λεσχη, τραγουδιστης συλληψη

Σύλληψη πασίγνωστου λαϊκού τραγουδιστή σε χαρτοπαικτική λέσχη

καγια ρουβας, βικυ καγια, σακης ρουβας

Σάκης Ρουβάς-Βίκυ Καγιά: Ποζάρουν μαζί σε μια σπάνια φωτογραφία από το 1992